Κυριακή


2ος χρόνος παραστάσεων
 
από τις 19 Οκτωβρίου




«Το λύκο λυπόμουνα συνήθως. Πώς θα καταπιεί    τόσα γουρουνάκια μονομιάς;»



Ύστερα από την μεγάλη περσινή επιτυχία, η «Κασσάνδρα και ο Λύκος» επανέρχεται για δεύτερη χρονιά στο θέατρο Φούρνος και για πέντε μόνο παραστάσεις. 
Οι παραστάσεις θα γίνονται κάθε Παρασκευή
Η πρεμιέρα θα γίνει την Παρασκευή 19 Οκτωβρίου και οι παραστάσεις θα συνεχιστούν έως την Παρασκευή 16 Νοεμβρίου.


Γραμμένο σαν από παιδί, επεξεργασμένο όμως από μια από τις καλύτερες γυναίκες συγγραφείς της μεταπολεμικής Ελλάδας, το πρώτο μυθιστόρημα της Μαργαρίτας Καραπάνου «Η Κασσάνδρα και ο Λύκος» (1978) είναι ένα αποκαλυπτικό ταξίδι στην πρώιμη παιδική ηλικία. Η άγρια περιπέτεια κατανόησης του κόσμου μέσα από τα μάτια ενός παιδιού που γνωρίζει όσα δε θα 'πρεπε να γνωρίζει.

Μητέρα και κόρη, φαντασία και πραγματικότητα, βία και τρυφερότητα, αγάπη και τρόμος, γίνονται ένα μέσα στο μυαλό της μικρής Κασσάνδρας, μια σύνθεση αντιφατική που αναπόφευκτα μας παραπέμπει στα παιδικά βιώματα της ίδιας της συγγραφέως.

Η Κασσάνδρα δεν παραιτείται. Παλεύει απεγνωσμένα να αρθρώσει λόγο, να βάλει μια στοιχειώδη τάξη και να συνδεθεί με τον κόσμο γύρω της σε ένα οδυνηρό  ταξίδι προς το φως και την καθαρότητα.

Η Κασσάνδρα δεν παραιτείται. Παλεύει απεγνωσμένα να αρθρώσει λόγο, να βάλει μια στοιχειώδη τάξη και να συνδεθεί με τον κόσμο γύρω της σε ένα οδυνηρό  ταξίδι προς το φως και την καθαρότητα.

Όπως σχολιάζει και η σκηνοθέτης «…σε ένα βίαιο και ωμό κόσμο, όπως αυτός που βιώνουμε σήμερα, καθένας από εμάς μπορεί να γίνει μία μικρή Κασσάνδρα και να και να σταθεί αντιμέτωπος με το δικό του ή τους δικούς του λύκους. Ζούμε μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από σύγχυση και σκληρότητα. Χρειαζόμαστε και εμείς να αρθρώσουμε λόγο, ακριβώς όπως η Κασσάνδρα. Να διαχωρίσουμε τα όρια, να τραβήξουμε τη γραμμή και να πάρουμε θέση- με σαφήνεια και καθαρότητα. Η Κασσάνδρα του έργου μας μιλά για τη σύγχυση και την έκφραση λόγου στο ατομικό επίπεδο και εμείς όλοι μας και ο καθένας μας, τα εκφράζουμε και τα βιώνουμε στο συλλογικό…»

«Νομίζω πως κανείς δεν έχει χειριστεί το θέμα της παιδικής ηλικίας όπως εσείς. Δεν έχει μιλήσει για την κρυφή σκληράδα, για το αόρατο αυτό μείγμα της φαντασίας και της πραγματικότητας, μ’ έναν τρόπο τόσο ανοιχτό και απροσδόκητο. Μου ήρθανε στο νου ο Proust, ο Jerzy Kosinski και ο Lewis Carroll… Εσείς, όμως, έχετε βρει εδώ μία αλήθεια που κανένας απ' αυτούς τους τρεις συγγραφείς δεν έπιασε. Περιμένω με ανυπομονησία το επόμενό σας βιβλίο».
Απόσπασμα από γράμμα του John Updike στην Μαργαρίτα Καραπάνου.

Η Κασσάνδρα και ο Λύκος, της Μαργαρίτας Καραπάνου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
 
Εκτύπωση

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ  ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Σκηνοθεσία: Γεωργία Ανδρέου
Ερμηνεία: Λήδα Μανιατάκου
Μουσική σύνθεση - ερμηνεία: Εύη Κουρτίδου
Δραματουργική επεξεργασία: Έλλη Κήτα
Κοστούμια: Εδουάρδος Γεωργίου
Εικαστική επιμέλεια: Ευαγγελία Γούλα
Σχεδιασμός φώτων: Αποστόλης Τσατσάκος
Υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων: Ηρώ Παστρικού

INFO
Πρεμιέρα: 19 Οκτωβρίου
Τοποθεσία:  Θέατρο Φούρνος, Μαυρομιχάλη 168
Τηλέφωνο για κρατήσεις: 210 6460748
Μέρες παραστάσεων: Παρασκευή
Ώρα έναρξης: 9.15
Διάρκεια παράστασης: 1.10’
Τιμές εισιτηρίων: 12 & 10 (φοιτητικό) & 5 (ΑΜΕΑ, ΟΑΕΔ)


                                                                                          φωτο: Μαρία Μόσχου

                                                                                                                       φωτο: Μαρία Μόσχου

                                                                                           φωτο: Μαρία Μόσχου


Ξανά στη σκηνή «Η Κασσάνδρα και ο Λύκος»  

απόσπασμα από το Αθηνόραμα (Newsroom)

 

Το ημι-αυτοβιογραφικό –και γραμμένο σαν από παιδί– μυθιστόρημα της Μαργαρίτας Καραπάνου ανεβαίνει σε επανάληψη, στο θέατρο Φούρνος, με τη μορφή μονολόγου και συνοδεία ζωντανής μουσικής και τραγουδιού, ως μια σκοτεινή μπαλάντα για την άγρια περιπέτεια της ενηλικίωσης.

Ξανά στη σκηνή «Η Κασσάνδρα και ο Λύκος»

 Η σκηνοθέτις Γεωργία Ανδρέου μετέφερε στο θέατρο το «Η Κασσάνδρα και ο λύκος» με ισχνά μέσα, αλλά περισσή ευαισθησία. Το μοντάζ του μονολόγου έχει γίνει με τέτοια δεξιότητα, λες και το κείμενο ήταν εξαρχής γραμμένο για το θέατρο. Στο ημίφως της άδειας σκηνής η ηθοποιός Λήδα Μανιατάκου, παίζοντας με τη σκιά της, και η μουσικός Εύη Κουρτίδου, αγκαλιά με μια ηλεκτρική κιθάρα, ντυμένες με παιδικά φορεματάκια και θυμίζοντας φιγούρες που ξέφυγαν από γκόθικ νουβέλα, μονολογούν –με θαυμαστή αισθαντικότητα η πρώτη– και τραγουδούν –με κρυστάλλινη φωνή η δεύτερη–, ανασύροντας εικόνες και μνήμες μιας διόλου ουτοπικής παιδικότητας. Η παράστασή τους αναδίνει κοριτσίστικη αύρα και αλλόκοτο λυρισμό, την ακατέργαστη ισχύ μιας σκοτεινής μπαλάντας, φτιαγμένης από το υλικό μιας –κοινής για όλους– άγριας περιπέτειας, της ενηλικίωσης. Γιατί, ίσως, ο Φρόιντ τελικά να είχε θέσει το όλο ζήτημα χωρίς περιστροφές: «Είμαστε το προϊόν των παιδικών μας τραυμάτων» (από 19/10).



«Η Κασσάνδρα και ο Λύκος»: Μια καταβύθιση στο ασυνείδητο

Συνέντευξη στο e-go.gr

Λίγο πριν την πρεμιέρα, η σκηνοθέτις Γεωργία Ανδρέου, η βασική πρωταγωνίστρια Λήδα Μανιατάκου και η υπεύθυνη για τη μουσική επένδυση Εύη Κουρτίδου μάς έδωσαν μια εικόνα για τους δημιουργικούς πυλώνες της παράστασης η «Κασσάνδρα και ο Λύκος»:


1. Τι σας ώθησε να ανεβάσετε αυτή την παράσταση, βασισμένη στο βιβλίο της εξαίρετης συγγραφέως Μαργαρίτας Καραπάνου, «Η Κασσάνδρα και ο Λύκος»; Γιατί το επιλέξατε;
Συνέντευξη «Η Κασσάνδρα και ο Λύκος»: Μια καταβύθιση στο ασυνείδητο
Αφορμή στάθηκε η προσωπική γνωριμία της σκηνοθέτιδάς μας Γεωργίας Ανδρέου με τη Μαργαρίτα Καραπάνου και οι συζητήσεις τους για τη δραματοποίηση ενός εκ των έργων της. Ύστερα από τον αιφνίδιο θάνατό της, τα σχέδια αυτά έμειναν να πλανιόνται σαν σκιά, σαν μια ανεκπλήρωτη υπόσχεση. Ήταν μια οφειλή και μια σιωπηλή συμφωνία που έπρεπε να κρατηθεί. Η «επιστροφή» στο πρώτο έργο της Μαργαρίτας ήταν ο καλύτερος τρόπος να αποδοθεί το τελευταίο αντίο. Έργο αυτοαναφορικό, λυτρωτικό, σημείο αφετηρίας για τη συγγραφέα και συνάμα τόσο επίκαιρο για την εποχή και τους καιρούς μας, ξεδιπλώνει το νήμα από την αρχή και μιλάει για την ενηλικίωση, την πορεία προς το φως και την άρθρωση λόγου. Ήταν αυτό καθαυτό το κείμενο και η αγάπη μας για αυτό που μας τράβηξε κοντά του και μας ώθησε στο να ενώσουμε τις δυνάμεις μας για την πραγματοποίηση αυτής της παράστασης.

2. Πως προσεγγίσατε σκηνοθετικά αυτό τον απαιτητικό μονόλογο;
 
Γεωργία Ανδρέου
Γεωργία Ανδρέου

Η σκηνοθετική οπτική δεν ήταν τίποτε άλλο από μια βαθειά κατάδυση στο ίδιο το κείμενο, την αποκρυπτογράφηση όλων των παράλληλων νοημάτων του και την προσπάθεια για την απόδοσή του με συνέπεια και φειδώ στα εκφραστικά μέσα. Σκοπός μας ήταν να αναδειχτούν όλες οι λεπτές εκφάνσεις της γραφής της Μ. Καραπάνου και όχι να φορτώσουμε τη δράση με συναισθηματικές υπερβολές που θα μας απομάκρυναν από την ουσία του λόγου. Η παρουσία μόνο μιας ηθοποιού, η απόδοση του κειμένου ως αφήγηση, η εναλλαγή της ροής της δράσης προς τα μέσα και προς τα έξω, η λιτότητα των εκφραστικών μέσων και η υποκριτική καθοδήγηση της Λήδας Μανιατάκου προς αυτή την κατεύθυνση, η σχεδόν απουσία των σκηνικών μέσων, η μουσική που εκτελείται ζωντανά συναινώντας στη δράση είναι επιλογές που έγιναν στα πλαίσια αυτής της προσέγγισης. Τέλος, βασικό μέλημα αποτέλεσε η κατάδειξη της φωτεινής πλευράς της προσωπικότητας της Μαργαρίτας Καραπάνου, μιας προσωπικότητας παρεξηγημένης και εσφαλμένα συνδεδεμένης αποκλειστικά με την «αρρώστια» και τη μανιοκατάθλιψη, και η έμφαση στην πορεία προς τη λύτρωση και την καθαρότητα.

3. Ποια η δυσκολία -αλλά και η γοητεία- να «δείτε» θεατρικά την Κασσάνδρα.

Λήδα Μανιατάκου
Λήδα Μανιατάκου

Ιδιαίτερα γοητευτική υπήρξε η καταβύθισή μας στις σκοτεινές πτυχές της ψυχής και του ασυνειδήτου, το παιχνίδι με τις λέξεις και τις εικόνες, και η διαδικασία ανάλυσης και ερμηνείας του κόσμου αυτού του μικρού κοριτσιού. Στην Κασσάνδρα υπάρχει ένα δεύτερο επίπεδο που δεν λέγεται, αλλά γλιστράει σαν χαλί κάτω από τις λέξεις, συνθέτοντας τον ψυχαναλυτικό κατακερματισμό της Κασσάνδρας σε θεατρική πράξη. Κάθε μία από μας χρειάστηκε να γίνει μία Κασσάνδρα για να μπορέσει στο τέλος η ηρωίδα μας να πάρει σάρκα και οστά στη σκηνή. Η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν η επιλογή των κειμένων και η συρραφή τους, ώστε να μη χαθεί το «νήμα» της αφήγησης, το νόημα, ο ειρμός και η αισθητική του κειμένου. Πώς να χωρέσεις ολόκληρο τον κόσμο της Κασσάνδρας σε μία ώρα. Πολύτιμη και καθοριστική σε όλα τα στάδια της δημιουργίας στάθηκε η συμβολή της δραματουργού της παράστασης της Έλλης Κήτα.
 
4. «… σε ένα βίαιο και ωμό κόσμο, όπως αυτός που βιώνουμε σήμερα, καθένας από εμάς μπορεί να γίνει μία μικρή Κασσάνδρα και να και να σταθεί αντιμέτωπος με το δικό του ή τους δικούς του λύκους». Πόσο επίκαιρη μοιάζει σήμερα η διαδρομή της Κασσάνδρας;


Εύη Κουρτίδου
Εύη Κουρτίδου 

Η Κασσάνδρα της Καραπάνου είναι ένα σύμβολο τόσο διαχρονικό αλλά και εξαιρετικά επίκαιρο. Μας παραπέμπει στην επώδυνη προσπάθεια κάθε ατόμου να αφομοιώσει, να αποκρυπτογραφήσει και να κατατάξει τον εαυτό του και το περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώνεται. Στα πλαίσια της εξέλιξής μας σε ένα κόσμο σκληρό, αντιφατικό και παραληρηματικό σαν τον σημερινό, όλοι μας γινόμαστε μια μικρή Κασσάνδρα πασχίζοντας απεγνωσμένα να σωθούμε από τους κάθε λογής αδηφάγους λύκους μέσα μας και έξω από μας, να ξεδιαλύνουμε το κουβάρι του κόσμου, να βρούμε το χώρο μας και να σταθούμε στα πόδια μας, να οριοθετήσουμε την ύπαρξή μας και το περιβάλλον μας, και να αρθρώσουμε λόγο σε μια ατέρμονη πορεία προς το φως και την καθαρότητα. Δανείζομαι τα λόγια της συγγραφέος: «Έρχεται, λοιπόν, κάποια στιγμή που το ακυρωμένο παιδί στέκεται στα πόδια του και λέει , παρ' όλα αυτά, θα ζήσω.... Και λέει θα ζήσω καλά, όχι μόνο θα ζήσω... Πολύ καλά. Πολύ γεμάτα.»

5. Είναι πιο δύσκολη και σκληρή η σημερινή εποχή για τα παιδιά;
Είναι πιο απρόσωπη. Πιο βίαιη και αφιλόξενη. Πού να σταθούν; Από πού να πιαστούν; Και πού να απλώσουν τα χέρια κλαριά να αναπτυχθούν; Βία, σκληρότητα, σύγχυση, αγωνία, απαξίωση, απογοήτευση. Φόβος. Ελάχιστες χαραμάδες φωτός. Δυστυχώς ζούμε δύσκολες και επικίνδυνες ιστορικά στιγμές. Από την άλλη, μέσα σε τέτοιες συγκυρίες δίνεται η ευκαιρία να αναπτυχθούν δυνατότερες, πιο συγκροτημένες και πιο συνειδητοποιημένες προσωπικότητες. Η σωστή καθοδήγηση και μια αγκαλιά είναι ό,τι χρειάζεται. Οι δυσκολίες περνάνε και έρχεται πάντα το φως μέσα και στα πιο βαθειά σκοτάδια. «Είναι στιγμές που ξημερώνει κι είναι ακόμη σκοτεινά, μ' αυτό το ροζ στον ουρανό…», όπως έχει αναφέρει και η ίδια σε συνέντευξη της. Τα παιδιά έχουν τον τρόπο τους. Αρκεί να τους αφήνουμε χώρο.

6. Βρισκόμαστε οι Έλληνες, σήμερα, σε μια πορεία ενηλικίωσης (σε κοινωνικό επίπεδο);
Ενηλικίωση είναι να μεγαλώνεις, να γίνεσαι ανεξάρτητος, υπεύθυνος για τον εαυτό σου, αυτόνομος. Είναι μια διαδρομή που μπορεί να εμπεριέχει φόβο και πόνο, ή και να είναι κατά μία έννοια βίαιη. Είναι όμως και η ίδια διαδικασία που περνάμε κάθε φορά που χρειάζεται να κάνουμε ένα βήμα προς τα μπρος, και αυτό μπορεί να αφορά ένα άτομο, αλλά μπορεί να αφορά και μια κοινωνία. Η δική μας κοινωνία δείχνει πως βρίσκεται σε μια τέτοια κατάσταση πνευματικής και ιδεαλιστικής ενηλικίωσης, και ο απογαλακτισμός μας, που δεν είναι άλλος από την απαγκίστρωση μας από αποτυχημένες πρακτικές του παρελθόντος, παρουσιάζεται περισσότερο ως αναγκαιότητα παρά επιλογή. Καλώς η κακώς κανείς μας δεν επέλεξε να μεγαλώσει,. Την κρίσιμη αυτή στιγμή δεν μπορούμε παρά να σταθούμε ώριμα και κριτικά απέναντι στα πράγματα και να κάνουμε με αίσθημα κοινωνικής ευθύνης τον απολογισμό μας. Να κοιτάξουμε μέσα μας και έπειτα γύρω μας και να αποφασίσουμε με ποιους θα πάμε και ποιους θα αφήσουμε.

7. Μιλήστε μας λίγο για τη μουσική επένδυση της παράστασης.
Η μουσική της παράστασης είναι φτιαγμένη με αγνά σπιτικά υλικά, δηλαδή κιθάρα και φωνή. Είναι εσωστρεφής και της αρέσει να χορεύει στην αντίστιξη, κλαίει στην χαρά και γελάει στην λύπη, είναι η δεύτερη σκέψη, το διαβολάκι και το αγγελάκι – όπως τη χαρακτηρίζει η δημιουργός της Εύη Κουρτίδου.

8. Επόμενα σχέδιά σας;
Τα μελλοντικά μας σχέδια αφορούν αφενός την προώθηση της παράστασης της Κασσάνδρας και του Λύκου στο εξωτερικό, αφετέρου το ανέβασμα ενός καινούριου θεατρικού έργου του οποίου η συγγραφή βρίσκεται σε εξέλιξη. Στο μεταξύ συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε, να αντιστεκόμαστε και να χαμογελάμε.
19/10/2012

Συνέντευξη: Χριστίνα Τσατσαράγκου
e-go.gr


Λήδα Μανιατάκου & Γεωργία Ανδρέου: Η Κασσάνδρα και ο Λύκος

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στο ΝΤΟΥέΝΤΕ Magazine

 


«Γεννήθηκα Ιούλιο, Λυκόφως, Αστερισμός Καρκίνος. 
Όταν με φέρανε για να με δει, γύρισε προς τον τοίχο».

Ήμουν λίγο μουδιασμένη. Βράδυ Πρεμιέρας και νύχτα Παρασκευής. 
Η Κασσάνδρα και ο Λύκος ήταν για μένα αυτό που λέμε μάθημα απότομης μετάβασης σε μια ενηλικίωση άλλου τύπου και σίγουρα μεθύστερη της βιολογικής: βίαιο μεγάλωμα μέσω βαθιάς λογοτεχνικής εμπειρίας, αγρίως ανώτερης από κάθε μορφή ψυχανάλυσης. 
Ποτέ δεν κατάφερα να την συνηθίσω. Και την ενηλικίωση και την Κασσάνδρα. Κυρίως όμως τον Λύκο. 
Ήμουν και διστακτική. Το ίδιο εκείνο βράδυ της πρεμιέρας. 
Ο Λύκος, η Κασσάνδρα, η Κυριακή, ο θείος Χαρίλαος και η θεία Πάτρα, ο Χριστός, η Παναγία, το γατάκι. Ανάμεσά τους η Λήδα. Στην προβολή τους η λιτότητα, η ερμηνεία, η πρόκληση, η αντίφαση, η σκληρότητα της παιδικής ηλικίας, η ενηλικίωση, η συνήθεια, το φως ως ευκταίο, η μελαγχολία της παιδικής ηλικίας.
Το σεντόνι που διπλώνεται γίνεται μωρό˙ το σεντόνι όταν τυλίγεται θυμίζει μαμά.
Τότε ο Λύκος βγαίνει μπροστά από το κοπάδι και δείχνει κάτι στην Κασσάνδρα. Μοιάζουν να μιλάνε. Ίσως και να χαϊδεύονται. 
Η Λήδα δεν τους ενόχλησε ποτέ. Τους συμπεριφέρθηκε με δέος, απλότητα, σεβασμό. Ερμήνευσε το αντιφατικό και το ανερμήνευτο. Γι’ αυτό της αφέθηκαν. 
Παρασκευή Πρεμιέρα σαν άλλη Κυριακή Προσευχή και εγώ είχα ήδη ορκιστεί στον εαυτό μου, πως αυτήν την παράσταση δεν θα την ξεχάσω ποτέ στην ζωή μου. Όπως και το βιβλίο. 
Λίγες μέρες μετά, συναντήσαμε τη Λήδα Μανιατάκου και τη Γεωργία Ανδρέου, σκηνοθέτη της παράστασης, και μιλήσαμε για όσα θα διαβάσετε παρακάτω…
«Πώς πήγε το σχολείο;»
«Πολύ καλά. Έμαθα να μιλώ, ν’ απαντώ και να σκέφτομαι με συλλαβές».
«Τότε γιατί κλαις;»
«Είναι οι συλλαβές. Πονάω, όταν κόβω τις λέξεις στη μέση».
«Θα συνηθίσεις», μου λέει η Φανή. «Θα συνηθίσεις».
 
Ποιος είναι ο Λύκος στο έργο; Πώς αναπαρίσταται;

Γ.Α.: Ποια είναι η Κασσάνδρα και ποιος είναι ο Λύκος; Έπρεπε να απαντήσουμε, προκειμένου να νιώσουμε τι τελικά συμβαίνει μέσα στο κείμενο. Έπρεπε να γίνουμε Κασσάνδρες και Λύκοι ταυτόχρονα και να κάνουμε μια προβολή σε προσωπικό επίπεδο. Για μένα ο Λύκος είναι οι φόβοι και οι αγωνίες, είναι αυτά που καλούμαστε να εντοπίσουμε και να σταθούμε απέναντί τους. Ο Λύκος είναι μέσα και απέναντί μας. Είναι το εγώ και το εμείς ταυτόχρονα. 
Λ.Μ.: «Η κόλαση είναι οι άλλοι…» Ίσως όμως τελικά ο χειρότερος εαυτός της Κασσάνδρας να είναι ο ίδιος της ο εαυτός. Στην εποχή που ζούμε τώρα, την αδηφάγα, ποιοι είναι τελικά οι Λύκοι; Υπάρχουν παντού γύρω μας. Υπάρχουν όμως και μέσα μας. Αυτοτρωγόμαστε καθώς μέρα με τη μέρα γινόμαστε εμείς οι Λύκοι του εαυτού μας.

Η αφαίρεση και η έλλειψη, η απουσία και η επάρκεια είναι μερικά από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το συνολικό έργο της Μαργαρίτας Καραπάνου. Πώς συναντηθήκατε με την «Κασσάνδρα και το Λύκο»;

Γ.Α.: Αφορμή γι’ αυτό στάθηκε η προσωπική μου γνωριμία με την Καραπάνου και η συζήτησή μας για πιθανή δραματουργία κάποιου έργου της. Μας πρόλαβε βέβαια ο θάνατος κι έτσι όλα τα σχέδια έμειναν στη μέση. Έκτοτε δεν ασχολήθηκα. Πέρασε λίγος καιρός και συνειδητοποίησα ότι κουβαλούσα ένα βάρος πού οφειλόταν στην έλλειψη που ένιωθα επειδή δεν είχα εκπληρώσει την υπόσχεση να κάνω ένα έργο της πράξη. Έτσι έφτασα στην Κασσάνδρα, ένα κείμενο καθαρά αυτοαναφορικό. Με αυτό το έργο η ίδια η Καραπάνου στύλωσε πόδια και φωνή και παρουσιάστηκε τον εαυτό της, με αυτό το έργο μπορούσα εγώ η ίδια να αποχαιρετήσω τη Μαργαρίτα στο τέλος της. Έτσι ξεκινήσαμε. Ως δια μαγείας ο κόσμος που μαζεύτηκε στην ομάδα μαζεύτηκε επ’ αφορμής του ίδιου του κειμένου. Πίσω από όλο αυτό κρυβόταν μια ανάγκη μου για να δείξω την άλλη πλευρά της  Καραπάνου. Ο περισσότερος κόσμος την γνώρισε για το σκοτεινό της κομμάτι και την μάχη με την αρρώστιά της. Δεν είναι όμως έτσι. Εγώ γνώρισα το φωτεινό της κομμάτι: αυτό το μικρό παιδί με τα πανέξυπνα μάτια, το απίστευτο χιούμορ και την απίστευτη αισιοδοξία. Όλη η δραματουργική επεξεργασία και η συρραφή του έργου έγιναν με τέτοιον τρόπο ώστε να εξυπηρετούν μια πορεία προς το φως και τη φωτεινότητα. Υπάρχουν οι δυσκολίες, σιγά-σιγά όμως όλα οδηγούν στο φως. Πάντα ξημερώνει για να ξαναβραδιάσει, αλλά ξέρουμε πώς κάποια στιγμή «θα συνηθίσουμε» και θα είναι πιο εύκολο μετά να ξεπερνάμε όσα συμβαίνουν. Και πάλι όταν καταφέρνουμε να φτάσουμε στο φως, καλά να λέμε. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν τα καταφέρνουν ποτέ.  Η ίδια η φύση μας παλεύει για την αρμονία. 
Λ.Μ.: Βέβαια, για να βγει η φωτεινότητα πρέπει να καταπιαστείς σε μεγάλο βαθμό με το κομμάτι της έλλειψης. Το ίδιο το έργο σε οδηγεί προς τα εκεί. Από τα πράγματα που έχει πει η ίδια η Καραπάνου είναι το ότι έγραφε γιατί κάπως έπρεπε να μιλήσει (λόγω των προβλημάτων λόγου που είχε). Ήταν το πρώτο βήμα που έκανε για να σώσει το δικό της εαυτό. Εγώ στην ερμηνεία μου, πρέπει να περάσω όλο τον Γολγοθά για να ξεχωρίσω τί είναι τι, τί ακριβώς είναι αυτό που λέει και εννοεί. Είναι πολύ δύσκολο και συνάμα πολύ λυτρωτικό. Κάθε βράδυ πρέπει να ζω συμπυκνωμένα τον ίδιο εφιάλτη,όλες αυτές τις αντιφάσεις της σκέψης και των συναισθημάτων της και να τις οδηγώ στη σαφήνεια και στο φως. Και χαίρομαι ιδιαίτερα που όσοι έρχονται να δουν την παράσταση -αρκετοί μάλιστα φίλοι και γνωστοί της- εκτιμούν ιδιαίτερα την οπτική που ακολουθήθηκε ερμηνευτικά, σκηνοθετικά και δραματουργικά,  και αναγνωρίζουν τη φωτεινότητα εκείνη που είχαν αναγνωρίσει στην προσωπικότητα της  Καραπάνου.
Παρατηρήστε όμως ότι χρησιμοποιούμε συνέχεια τη λέξη φως. Φως μπορεί να σημαίνει πολλά διαφορετικά πράγματα. Η Καραπάνου χρησιμοποιεί τον όρο πολλές φορές στο κείμενο, εννοώντας όμωςκάτι απλό, το απλούστερο όλων: την επιθυμία για ζωή. Η Καραπάνου δεν διέθετε το αυτονόητο, μια από τις βασικές ανθρώπινες λειτουργίες, την επιθυμία για επιθυμία. Δεν ήθελε παρά να θέλει, και όμως πάντοτε αποτύγχανε. Είναι πολύ σχετικό λοιπόν τί είναι φώς, ή τί είναι σκοτάδι. Το πραγματικό σκοτάδι είναι ίσως αυτό στο οποίο χάνεις πραγματικά τον έλεγχο.
Το αυτοπροσδιοριστικό στοιχείο της Καραπάνου είναι πως η ζωή της ορίστηκε από το ότι έπρεπε να διαχειριστεί την ευαισθησία της.  Αυτή η διαπίστωση αποτέλεσε το σημείο εκκίνησής μου για την κατανόηση και τηη απόδοση του ρόλου της Κασσάνδρας. Συχνά βέβαια για να φανεί ποιος είναι ένας ρόλος πρέπει να τον 'κρύψεις' - πρέπει να δείξεις στους άλλους ποιος είναι ο χαρακτήρας φαινομενικά και πραγματικά, ποιος δηλώνει ότι είναι στα φανερά και ποιος είναι στα αφανέρωτα. Προκειμένου να αποδώσω την Κασσάνδρα, ένα τόσο αντιφατικό και πολύπλευρο πλάσμα, έπρεπε να κάνω στο μυαλό μου αυτές τις αντιφάσεις καθαρές. Έπρεπε να ανακαλύψω όλες αυτές τιςδιαφορετικές περσόνες που κρύβονταιμέσα της, και εκεί έγκειται ίσως η δυσκολία του ρόλου αυτού, ακριβώς γιατί ο χαρακτήρας που υποδύομαι στην ουσία δεν έχει χαρακτήρα. Παραπαίει. Εξ ορισμού. Αν μιλούσε ο χαρακτήρας θα έλεγε ότι «είμαι ένας χαρακτήρας που παραπαίει, και γι’ αυτό παλεύω τόσο έντονα για να ορίσω τον εαυτό μου και τον γύρω μου κόσμο». Και τέλος, μια άλλη μεγάλη δυσκολία της Κασσάνδρας ήταν να την προσεγγίσω με ευαισθησία αλλά να την αποδώσω με μέτρο. Το κείμενο είναι έντονο κείμενο, υπερσυγκινησιακό, σχεδόν ψυχοβγαλτικό, αλλά δεν πρέπει ούτε να το φτάσεις στα όρια του μελό αλλά ούτε και να το παρουσιάσεις από απόσταση.


 
Τελικά οι άνθρωποι ρέπουν προς το φως ή το σκοτάδι; Είναι κάτι από τα δύο νομοτελειακό;

Γ.Α.: Όχι, είναι προσωπικός αγώνας του καθενός. Για μένα, τη Γεωργία, υπάρχουν σκοτεινοί και φωτεινοί άνθρωποι. Σίγουρα, όμως, είναι πιο υγιές και λυτρωτικό το φως. 
Λ.Μ.: Είναι δύσκολο να απαντηθεί κάτι τέτοιο. Ο χριστιανισμός διατάσσει ότι ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος να κοιτάει προς τα πάνω, να οδεύει προς το φως. Υπάρχει παράλληλα όμως ένα είδος περίεργης ηδονής που προκύπτει από το σκοτάδι - σαν παιχνίδι με το θάνατο. Κάποια στιγμή, κάτι από τα δύο μας τραβάει περισσότερο. Προσωπικά, αν και μερικές φορές γοητευμένη από αυτό το εκ του ασφαλούς παιχνίδι θανάτου, είμαι σίγουρη πως η πραγματική ευτυχία είναι το φως. Δεν μπορώ να φανταστώ μια ευτυχία εκπορευόμενη από το απόλυτο σκοτάδι. 

Αποφασίσατε να δραματοποιήσετε το κείμενο λίγο μετά το «φευγιό» της Καραπάνου. Δεν είναι πιο απαιτητική μια τέτοια απόφαση, ειδικά από πλευράς ψυχικής και συναισθηματικής εμπλοκής;

Γ.Α.: Είναι πιο μεγάλη η ευθύνη και το βάρος. Υπήρχαν περίοδοι, λίγο μετά τον θάνατό της -γιατί είχα την ευκαιρία να την γνωρίσω προσωπικά-, που δεν μπορούσα να αγγίξω τα βιβλία της. Το βίωσα όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που αποχωρίζεσαι κάποιον δικό σου και δεν μπορείς ν’ αγγίξεις τα πράγματά του. Κι έπειτα ξύπνησα ένα πρωί και είπα ότι πρέπει να το κάνω. Δεν είναι τόσο το σύντομο του πράγματος που το κάνει πιο δύσκολο όσο το γεγονός ότι ξαναέγινε γνωστή μέσα από την μάχη της για την μανιοκατάθλιψη.
Λ.Μ.: Κάποια πράγματα μας στιγματίζουν. Και δεν μπορούμε να τα αντιμετωπίσουμε. Τα αφήνουμε μέχρι να έρθει η ώρα τους. Τότε μόνο και εντελώς αβίαστα ξεπροβάλλει η στιγμή τους και μαζί με αυτήν ξεπηδά και η φυσική επιθυμία να τα κάνεις. Σαν ένα τραγούδι που λατρεύεις και δεν είσαι ακόμα έτοιμος να το πεις. Είναι σχεδόν ερωτική η σχέση που αναπτύσσεις με τέτοιου είδους διαδικασίες. Προσωπικά δεν μπορώ να λειτουργήσω αν αυτό με το οποίο καταπιάνομαι δεν είναι ο σκοπός της ζωής μου, αν δεν είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Αυτόν τον καιρό ζω με την Κασσάνδρα.

Οι σιωπές, η πλαστικότητα των σωμάτων και η λιτότητα του σκηνικού συγκαταλέγονται στα μεγάλα «ατού» της παράστασης. Πώς αποφασίσατε να αποδώσετε το συγκεκριμένο έργο με τόση απλότητα;

Λ.Μ.:  Η λιτή σκηνοθετική και υποκριτική γραμμή της παράστασης σχετίζεται με το ενδιαφέρον μας για την ίδια ουσία του κειμένου.  Όταν θες να αναδείξεις τη δύναμη ενός τόσο πυκνού και πολυδιάστατου κειμένου, όταν έχεις στα χέρια σου κάτι από μόνο του παντοδύναμο, εξυπακούεται ότι θα κινηθείς με απλότητα. Οι περιγραφές, τα συναισθήματα, τα σκηνικά, όλα αποδόθηκαν με συνέπεια, μέτρο και αποφυγή κάθε σκηνικής υπερβολής που θα μας απομάκρυνε από το βάθος του λόγου και τα πολύπλευρα νοήματα.

Πιστεύετε ότι ο προσωπικός αγώνας (του καλλιτέχνη, του πολίτη, του ανθρώπου) είναι πιο παρεμβατικός;

Γ.Α.: Σκεφτόμουν μια αγαπημένη ρήση του Walt Disney: «Το κακό δεν χρειάζεται πάντα να είναι αποκρουστικό». Πιστεύω στη συλλογικότητα, θεωρώ όμως ότι πάντα χρειάζεται κάποια ατομική πρωτοβουλία, κάποιον να οδηγεί κάπου τα πράγματα. Η σωτηρία μας δεν θα έρθει από έξω. Εμείς πρέπει να αξιολογήσουμε τα πράγματα. Αυτό που έχουμε απωλέσει είναι η ικανότητά μας να επιλέγουμε και να φέρουμε το βάρος της επιλογής μας. Αν καταφέρουμε να εκπαιδευτούμε σε αυτό το κομμάτι θα έχουμε κερδίσει πολλά. 
Λ.Μ.: Φυσικά, αν σκεφτεί κανείς ότι πάντα ένα άτομο κάνει τη διαφορά και συμπαρασύρει κόσμο με τη δράση του. Πιστεύω πάρα πολύ στην ατομική πρωτοβουλία και στο γεγονός ότι, κάποιοι άνθρωποι μπορούν να έχουν ένα χάρισμα ή μια ιδέα ή την τόλμη να κάνουν κάτι. Τώρα βέβαια ποιοι είναι αυτοί σήμερα και ανάμεσά μας είναι ένα άλλο θέμα. Θεωρώ πάντως ότι από όλη αυτήν την κατάσταση συνολικής έντασης θα ξεπηδήσουν γόνιμες καταστάσεις και άνθρωποι. Μια μονάδα πάντως σίγουρα μπορεί να εμπνεύσει αλλά πρωτίστως να κάνει το απλούστερο και ταυτόχρονα δυσκολότερο όλων: να κάνει απλώς τη δουλειά της, σωστά, με ήθος και ευθύνη.



Θα κλείσω με κάτι όχι απολύτως -τουλάχιστον σε πρώτη ανάγνωση- συγγενικό με ίδιο το έργο της Μαργαρίτας Καραπάνου και της θεατρικής του μεταφοράς. Βομβαρδιζόμαστε από μια επικαιρότητα που εμφανίζει ένα ιστορικό συνεχές. Κρίση, δυστοκία στις αποφάσεις, φόβος.  Ποιο είναι το βαθύτερο διακύβευμα της «κρίσης»; 

Γ.Α.: Θεωρώ ότι η κρίση δεν είναι καν οικονομική. Δεν θεωρώ ότι ήμασταν οι πιο φτωχοί της Ευρώπης, ούτε οι πιο κλέφτες, ούτε οι πιο ψεύτες. Απλώς διατρέχουμε την εποχή κατά την οποία πρέπει να ωριμάσουμε σαν λαός. Τέρμα τα ψέματα, τέρμα η εποχή της αθωότητας και οι εύκολες λύσεις. Πρέπει να σταθούμε υπεύθυνα απέναντι στα πράγματα και να αποφασίσουμε ποιος μας κάνει και ποιος όχι, με ποιους είμαστε και με ποιους όχι. Είναι κρίση αξιών και κατά την προσωπική μου άποψη είναι καλό που γίνεται. Μακάρι να συνέβαινε και νωρίτερα. Βέβαια, δυστυχώς, επειδή οι πιέσεις είναι πολλές και από διάφορα μέτωπα, πολλοί θα πιεστούν και θα ζοριστούν και κυρίως οι αθώοι. Υπάρχουν παρόλα αυτά δυναμικές για όμορφα πράγματα.. Παιδεία, πολιτισμός και αυτοκριτική είναι για μένα τα πεδία από τα οποία θα ξεκινήσουν όμορφα πράγματα. Υπάρχουν μικρές εστίες αν και γενικά είναι λίγο αμήχανα τα πράγματα. Έχουμε φάει το πρώτο χαστούκι και προσπαθούμε να δούμε προς τα πού θα κινηθούμε. 
Λ.Μ.: Ο Έλληνας έχει μια τάση προς την αντιδραστικότητα. Είναι σαν να ορίζει τον εαυτό του κατά το «αντιδρώ άρα υπάρχω», το οποίο προκύπτει και από όσα έχουμε περάσει σαν έθνος. Νομίζω ότι δεν είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε την αλλαγή. Όλο αυτό το μπάχαλο που βιώνουμε, όλος αυτός ο φόβος, είναι μια αντίσταση στην αλλαγή και για άλλη μια φορά μια προσπάθεια μετάθεσης της ευθύνης από τον εαυτό μας στους γύρω μας. Σκέφτομαι έντονα αυτό το διάστημα το πώς όντως θα είναι τα πράγματα στο μέλλον, σκέφτομαι ακόμα αν όλο αυτό θα οδηγήσει κάπου. Ξέρω πως σίγουρα έπρεπε να το βιώσουμε όλο αυτό, έπρεπε να το περάσουμε. Είτε φταίμε, είτε δεν φταίμε. Κανένας δεν θέλει την αλλαγή και κανείς δεν είναι έτοιμος να την αντιμετωπίσει. Τώρα ήρθε η ώρα που θα πρέπει να την αντιμετωπίσουμε. Το θέμα είναι το πώς θα είμαστε σε λίγα χρόνια. Θα έχουμε άραγε την ίδια τρέλα, θα χρησιμοποιούμε τις ίδιες πρακτικές που χρησιμοποιούσαμε πριν από χρόνια;
▲ Φωτογραφίες από την Μαρία Μόσχου.

Μαίρη Κλιγκάτση

ΝΤΟΥέΝΤΕ Magazine. 

Γνωριμία με τη Λήδα Μανιατάκου 

Αθηνόραμα, 22/10/2012

Η Λήδα Μανιτάκου έχει κλέψει τις εντυπώσεις πρωταγωνιστώντας στην παράσταση «Η Κασσάνδρα και ο Λύκος» της Μαργαρίτας Καραπάνου σε σκηνοθεσία της Γεωργίας Ανδρέου και μουσική της Εύης Κουρτίδου στο Θέατρο Φούρνος.



































Με πρωτοείδες στις Νύφες του Παντελή Βούλγαρη ως Αγγελική.
Πρότυπα µου υπήρξαν: στη μουσική ο Frederic Chopin, στο θέατρο η Έλλη Λαμπέτη και… στη ζωή η οικογένειά μου.
Με απογοητεύει στη χώρα μας η πρακτική της ήσσονος προσπάθειας, η αναξιοκρατία και η μονοκρατορία των φατριών και µου αρέσει το ελληνικό πάθος και τα θαύματα των εκάστοτε Δαυίδ.
Αν μπορούσα να αλλάξω κάτι αυτό θα ήταν οι συνθήκες παιδείας και εκπαίδευσης και θα τις διαμόρφωνα σύμφωνα με τις ανάγκες της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, με σκοπό την ριζική της εξυγίανση.
Στην τέχνη µου αποτυπώνω τον αγώνα μου για τη βελτίωση των ατελειών μου.
Θα ήθελα οι θεατές να προσέξουν τα λεπτά και παράλληλα νοήματα της Καραπάνου, την απέριττη σκηνοθετική γραμμή, την ιδανικά ενταγμένη μουσική και την βαθιά συναισθηματική μας κατάθεση στην παράσταση.
Η φιλοσοφία µου είναι μεταξύ των: «αγωνίζομαι άρα υπάρχω», «κάνε το καλό και ρίξ' το στο γυαλό» και «δεύτερη ζωή δεν έχει».

Μαρία Κρύου mkriou@athinorama.gr

Λήδα Μανιατάκου: «Όλοι κρύβουμε μέσα μας έναν αδηφάγο λύκο…»

Συνέντευξη στο click@Life

Πρωταγωνιστώντας στη σκληρή περιπέτεια κατανόησης του κόσμου, όπως αυτός φαντάζει στα μάτια ενός παιδιού που λυπάται τον κακό λύκο, η Λήδα Μανιατάκου μιλά στο click@Life.



Μετά την περσινή του επιτυχία, το έργο της Μαργαρίτας Καραπάνου, «Η Κασσάνδρα και ο λύκος», παρουσιάζεται για δεύτερη χρονιά, στο θέατρο Φούρνος έως τις 16 Νοεμβρίου, κάθε Παρασκευή στις 9.15 το βράδυ.
Μπαίνοντας σε αυτήν την αποκαλυπτική διείσδυση στην παιδική ηλικία, όπου η Κασσάνδρα παλεύει απεγνωσμένα να αρθρώσει λόγο, να βάλει μια στοιχειώδη τάξη και να συνδεθεί με τον κόσμο γύρω της, η Λήδα Μανιατάκου μιλά για την παράσταση και το ταξίδι προς το φως και την καθαρότητα. 

Πώς είναι ο κόσμος, που αναδύεται μέσα από τα μάτια της μικρής ηρωίδας;
Στο πρόσωπο της Κασσάνδρας, αναγνωρίζουμε τον εσωτερικό, ευαίσθητο και ευφυή κόσμο ενός παιδιού, που είναι όμως σημαδεμένος από τις ρωγμές μιας πραγματικότητας που παραπέμπει σε ένα εξαιρετικά σκληρό και συγκεχυμένο περιβάλλον. Τα αντιφατικά μηνύματα του γύρω κόσμου συνθέτουν στο μυαλό της Κασσάνδρας μια αλήθεια τόσο αληθινή μα και τόσο φαντασιακή, ώστε τα πιο ακραία συναισθήματα και οι πλέον αντίθετες έννοιες χάνουν τα όριά τους και γίνονται στο παιδικό της μυαλό μια συγκεχυμένη εμπειρία, την οποία και πασχίζει να βάλει σε τάξη. Βία και τρυφερότητα, αγάπη και τρόμος, φαντασίωση και πραγματικότητα δεν ξεχωρίζουν μέσα της και τη στοιχειώνουν. Όμως, η Κασσάνδρα δεν αφήνεται στο σκοτάδι της. Δράττοντας τις λιγοστές εναπομείνασες ακτίνες φωτός, αγωνίζεται να κατακτήσει την καθαρότητα.


Ποια είναι αυτά, που δεν θα έπρεπε να γνωρίζει ένα παιδί;
Καλώς ή κακώς, τα παιδιά είναι πολύ πιο ευφυή από ό,τι νομίζουμε ή μας συμφέρει να νομίζουμε και, συχνά, γνωρίζουν πολύ περισσότερα και από μας, τους «μεγάλους». Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι είναι και έτοιμα να έρθουν σε επαφή με την αλήθεια και την πραγματικότητα του κόσμου μας, που συχνά δεν είναι άλλη από μια απέραντη σκληρότητα και βιαιότητα, για την οποία οι μόνοι υπεύθυνοι είμαστε εμείς. Το τι πρέπει, λοιπόν, να γνωρίζει ή να μη γνωρίζει ένα παιδί συνδέεται άμεσα με τη δική μας ευθύνη: να πλάσουμε έναν καλύτερο κόσμο για τα παιδιά μας, να τα προστατεύσουμε από τη σκληρή πραγματικότητα ή, αν αυτό είναι δύσκολο και ουτοπικό, να τους δώσουμε εκείνα τα πνευματικά και ψυχικά εφόδια, ώστε να μπορούν να αφομοιώσουν, να κατανοήσουν και να αντιμετωπίσουν τη -γεμάτη πόνο- αλήθεια των μεγάλων.

Πώς η ιστορία της Κασσάνδρας παραπέμπει στα παιδικά βιώματα της ίδιας της συγγραφέως;
Η «Κασσάνδρα και ο λύκος» δεν είναι ένα αμιγώς αυτοβιογραφικό κείμενο, θα ήταν όμως άτοπο να μην αναγνωρίσουμε στο πρόσωπο της Κασσάνδρας την ίδια τη συγγραφέα. Η σχέση λατρείας και μίσους με τη μητέρα της, η απουσία των αγαπημένων προσώπων, οι περιγραφές της από το μεγαλοαστικό οικογενειακό περιβάλλον αλλά και τα ανέμελα καλοκαίρια στις γειτονιές του νησιού, η νοητική και συναισθηματική σύγχυση της Κασσάνδρας και οι εκδηλώσεις ψυχωσικής συμπεριφοράς είναι μερικά μόνο από τα στοιχεία, που μας παραπέμπουν στη ζωή της ίδιας της Μαργαρίτας Καραπάνου, την καθοριστική σχέση με τη μητέρα της και συγγραφέα Μαργαρίτα Λυμπεράκη, τα σκληρά και γεμάτα απουσίες παιδικά της χρόνια και την ατέρμονη πάλη της με την «αρρώστια» της, σε μια πορεία προς την εξυγίανση και το φως.

Πού αποδίδετε την επιτυχία της παράστασης;
Η παράσταση της «Κασσάνδρας και του λύκου» φτιάχτηκε με αφετηρία την απέραντη αγάπη και το σεβασμό στο πρόσωπο της Μαργαρίτας Καραπάνου και με σκοπό να αναδειχτούν τα λεπτά και παράλληλα επίπεδα της γραφής της, χωρίς καμία σκηνοθετική και εκφραστική υπερβολή. Για αυτήν ακριβώς την απλότητα και την αλήθεια της αγαπήθηκε από το κοινό, που μας τίμησε με την παρουσία του και που στόμα με στόμα διέδωσε την είδησή της, μπολιάζοντας την αγάπη που αυτή κουβαλάει.


Σε αυτό το «παραμύθι ανυπέρβλητης πραγματικότητας» που βιώνουμε σήμερα, ο λύκος ποιος είναι;
Η Κασσάνδρα λέει: «Τον λύκο λυπόμουνα συνήθως. Πώς θα τα καταπιεί τόσα γουρουνάκια μονομιάς;». Στον γεμάτο σύγχυση κόσμο της, ο θύτης και το θύμα είναι σχετικά και η βία δεν απέχει πολύ από την τρυφερότητα. Ίσως βιαστούμε και ισχυριστούμε για μας ότι, στη σύγχρονη σκληρή και αλλοτριωμένη εποχή μας, τα γουρουνάκια - θύτες είμαστε εμείς. Μήπως, όμως, όλοι δεν κρύβουμε μέσα μας έναν αδηφάγο λύκο, έτοιμο να κατασπαράξει και να επιβιώσει; Αλλά και από την άλλη, δεν κρύβουμε όλοι μέσα μας και έναν λύκο για τον ίδιο μας τον εαυτό; Οι φόβοι μας, οι ανασφάλειες μας, τα πάθη μας, οι αδυναμίες και οι ατέλειές μας δεν είναι εκείνα, που συχνά μπορούν να μας κάνουν το μεγαλύτερο κακό;

Ποια είναι τα χρήσιμα μηνύματα, που μας δίνει η μικρή Κασσάνδρα;
Η μορφή της Κασσάνδρας φέρει την έννοια της ελπίδας και της αγωνιστικότητας. Και όπως και η Κασσάνδρα της ελληνικής μυθολογίας γεννήθηκε για να φέρει και να τιμά το φως ως ιέρεια του Απόλλωνα, έτσι και η Κασσάνδρα της Καραπάνου είναι πλασμένη για την καθαρότητα. Μπορεί να υπέστη χωρίς τη θέλησή της ένα νοητικό και ψυχικό μίασμα, όμως αγωνίζεται να ενωθεί πάλι με υλικό, για το οποίο είναι πλασμένη.

Τα παιδιά είναι η μόνη μας ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο;
Αν εμείς οι ίδιοι κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε για τα παιδιά και τον κόσμο μας, τότε έχουμε δικαίωμα να ελπίζουμε σε έναν καλύτερο κόσμο.

Πιστεύετε ότι κάποια στιγμή θα φτάσουμε στο φως και την καθαρότητα, μέσα από αυτό το επώδυνο ταξίδι;
Ίσως κάποιοι ναι, άλλοι πάλι όχι, αλλά σίγουρα αυτό που πάντα μετράει είναι το ταξίδι.
                                                                                             
                                                                                                 31 Οκτωβρίου 2012
                                                                               ΓΙΩΡΓΟΣ Σ.ΚΟΥΛΟΥΒΑΡΗΣ

Εύη Κουρτίδου: Μουσική για ένα αγαπημένο θεατρικό κείμενο


kourtidouΗ Εύη Κουρτίδου είναι μουσικός και σύντομα αναμένεται το πρώτο της άλμπουμ. Την έχουμε συναντήσει στην κιθάρα, το μπάσο και τα φωνητικά των ζωντανών εμφανίσεων της Μαριέττας Φαφούτη αλλά τη γνωρίζουμε και από τη συμμετοχή της στους Film. Έχει γράψει τη μουσική της παράστασης Η Κασσάνδρα και ο Λύκος, από το ομώνυμο μυθιστόρημα της Μαργαρίτας Καραπάνου σε σκηνοθεσία Γεωργίας Ανδρέου. Με αφορμή τη συνέχεια των παραστάσεων για δεύτερη χρονιά, η Εύη Κουρτίδου μιλά σε α’ πρόσωπο στο Musicpaper.gr για την σχέση της με το μυθιστόρημα, την παράσταση και την σύνθεση της μουσικής της.
kassandra_cdcover Ιούλιος 2009, ο φίλος μου ο Γιώργος είχε μόλις γυρίσει απο την Δρέσδη.
Πάμε μια βόλτα;
Περπατήσαμε στα στενά της Πλάκας με τον ήλιο να μας καίει τις πλάτες, μιλήσαμε για την Αθήνα , την Δρέσδη ,τον περασμένο Δεκέμβρη, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μας.
Ο Γιώργος είναι διανοούμενος, πραγματικός, όσο και να μην θέλει να το παραδεχτεί. Γι’ αυτό για καιρό μάζευε φράουλες στην Ιερουσαλήμ, αντί να ψάχνει δουλειά με τα πτυχία του σε κάποια πόλη της Ευρώπης.
Φτάσαμε στο βιβλιοπωλείο. Μου λέει θα πάρεις ΑΥΤΟ, και μου δείχνει ένα μικρό βιβλίο που για εξώφυλλο είχε μια παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός κοριτσιού με διαπεραστικό βλέμμα. Ο τίτλος ήταν «Η Κασσάνδρα και ο Λύκος».
Γυρίσαμε στο σπίτι. Το βράδυ βάλαμε μουσική και είπαμε να μην βγούμε έξω. Πήρα το βιβλίο και ξεκίνησα.
«Τα φώτα σβήσαν και οι εικόνες άρχισαν να χορεύουν στους τοίχους...
... «Γεννήθηκα Ιούλη, λυκόφως, αστερισμός Καρκίνος...»
Το κείμενο με συνεπήρε, η παλιά αστική Αθήνα μέσα από τα μάτια της Μαργαρίτας, η κατάθλιψη, η μανία, η τρέλα, το χιούμορ, ο αυτοσαρκασμός, η απεγνωσμένη ανάγκη της μητέρας, της αγάπης, η βία της απώλειας,  η σκληρότητα της ενηλικίωσης, ο απλός αλλά τόσο έντεχνος λόγος. Έγινα ένα μ’ αυτήν και τα ξημερώματα την άφησα έχοντας τελειώσει αυτό που άρχισα, με μια καινούρια αγάπη.
Μάρτιος του 2011. Μετά από ένα λάιβ, γνωρίζω την Γεωργία Ανδρέου και μου προτείνει να συνεργαστούμε. Χρειάστηκε μόνο να πει τον τίτλο του έργου, και η συμφωνία ήταν σαν να είχε ήδη κλείσει.
Πώς όμως φτιάχνεις μουσική για ένα τέτοιο έργο;
kass_afisa ...-«Φανή, πως γεννιούνται τα παιδιά;»
-«Τα βγάζεις αχνιστά μέσα από την κοιλιά σου και μετά μια ζωή τα αγαπάς»
-«Μα Φανή,  για να τα βγάλεις μέσα από την κοιλιά σου, δεν πρέπει πρώτα και να τα καταπιείς;» Η Φανή σκάει στα γέλια «χωρίς όμως και να τα μασήσεις»...
 Από τα υλικά μου, πήρα αυτά που αγαπώ περισσότερο, την κιθάρα και την φωνή μου, και έγινα η Κασσάνδρα του προπέρσινου Ιούλη. Στο παιδικό μου δωμάτιο έβλεπα τις σκηνές της ζωής μου, η φωνή τους έκανε παρέα για να μην είναι μόνες και η κιθάρα τους έλεγε αυτά που δεν ήθελαν να πουν. Αναποδογύρισα τις κυματομορφές πολλές φορές, και τις άφησα να ξετυλιχτούν, αργά και κυκλικά, σαν ένα κουβάρι που θέλει να γίνει πάλι κλωστή. Μετά τις μάζεψα και τις σκόρπισα μέσα στο νερό.
Η Νατάσα Γιανναράκη έγινε ο καθρέφτης μου και η Λήδα Μανιατάκου τις βρήκε, και τις χώρισε καλά «μια για τον Πέτρο και μια για την Φανή. Τι δύσκολο που είναι ν’ αγαπάς, είναι σαν να κόβεις ένα φιλί στην μέση, σαν να ξεχωρίζεις τις φακές απ’ τα κουκιά».
Γεωργία, Λήδα, Νατάσα, Μαργαρίτα
σας ευχαριστώ πολύ.
Εύη
* Τη συλλογή με τα κομμάτια που γράφτηκαν και παίζονται στην παράσταση μπορείτε να την ακούσετε και να την αγοράσετε από εδώ
24 Οκτωβρίου 2012
musicpaper.gr


 "Καθένας μας να γίνει.... Κασσάνδρα
και ν' αντιμετωπίσει το δικό του λύκο"!

Η σκηνοθέτις Ανδρέου Γεωργία μιλάει στο "Πρωινό Λόγο" (04/02/2012)


1. Έχετε καταγωγή απ’ τα Γιάννενα. Ποια αίσθηση σας αφήνει η επιστροφή στην πόλη, με αφορμή την παράσταση;
Είναι ένα βαθιά προσωπικό ταξίδι – ένας κύκλος που κλείνει. Από εδώ ξεκίνησαν όλα (τη ΘΕΣΠΙ, την ΚΑΣΠΙΑ, το Πολυθέαμα, το ΘΕΗ…) παιδί τότε, και εδώ με φέρνουν πάλι τα βήματά μου, ώριμη πλέον. Για να συνεχίσω. Ένα σημείο αναφοράς. 

2. Θα μπορούσατε να μείνετε μόνιμα και να εργαστείτε σε μία πόλη της περιφέρειας όπως η δική μας; Πιστεύετε πως μπορεί να «σταθεί» μία αξιοπρεπής θεατρική παραγωγή στα Γιάννενα;
Σίγουρα. Καταρχάς, αγαπώ ιδιαίτερα τα Γιάννενα. Έχουν για μένα μια ξεχωριστή γοητεία και ομορφιά. Και στο παρελθόν, άλλωστε, γεύτηκα τις δυνατότητες της πόλης και υπήρξα ιδιαίτερα ευχαριστημένη. Τα Γιάννενα είναι μια πόλη που πάντα στήριζε τον πολιτισμό, τις τέχνες και τα γράμματα. Ας μη ξεχνάμε ότι αρκετοί σημαντικοί καλλιτέχνες της γενιάς αυτής προέρχονται ή ξεκίνησαν από τα Γιάννενα. Βέβαια στην περιφέρεια δεν υπάρχουν οι επιλογές της πρωτεύουσας, όμως συχνά ό,τι υστερεί σε ποσότητα κερδίζει σε ποιότητα. Η πόλη μπορεί κάλλιστα να προσφέρει ουσιαστικά πράγματα – όπως το έχει ήδη κάνει και συνεχίζει. Μια θεατρική παραγωγή, αυτό που χρειάζεται είναι ιδέες, δημιουργικότητα και άνθρωποι. Τίποτα περισσότερο. 

3. Παρακολουθείτε την λειτουργία και τις παραγωγές των ΔΗΠΕΘΕ; Πώς την βλέπετε; Έχετε παρακολουθήσει την πορεία του ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων;
Όχι πια. Η ιστορία των ΔΗΠΕΘΕ είναι μεγάλη και πολυσχιδής υπόθεση. Ο θεσμός έχει δεχτεί μεγάλο πλήγμα και δοκιμάζεται συνεχώς. Παρά τα προβλήματα και τις δυσκολίες, τα ΔΗΠΕΘΕ είναι μια σημαντική ανάσα πολιτισμού για την περιφέρεια. Συντάσσομαι με την κοινή γνώμη, τόσο για τα αρνητικά όσο και τα θετικά. Με το ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων με συνδέουν άρρηκτοι δεσμοί και όποτε μου δίνεται η ευκαιρία παρακολουθώ παραστάσεις του. 

4. Γιατί επιλέξατε για την παράστασή σας το ομώνυμο βιβλίο της Μαργαρίτας Καραπάνου;
Αφορμή στάθηκε η γνωριμία μου με τη συγγραφέα προς το τέλος της ζωής της και η συνεργασία μας για τη δραματοποίηση κάποιου άλλου έργου της. Ύστερα από τον ξαφνικό θάνατό της θέλησα παρουσιάζοντας το πρώτο έργο της, ένα έργο καθαρά αυτοβιογραφικό, να της αποδώσω το τελευταίο αντίο – ξεδιπλώνοντας την ιστορία από την αρχή και μιλώντας για την πάλη προς το φως και τον λόγο. Η  “Κασσάνδρα και ο λύκος” άλλωστε είναι ένα έργο καθαρά επίκαιρο και αφορά πιστεύω τους καιρούς και την εποχή μας.  

4. Πόσο εύκολο ή δύσκολο και πόσο απαιτητικό είναι να αποδοθεί η ουσία ενός μυθιστορήματος στα… στενά πλαίσια μιας παράστασης η οποία μάλιστα βασίζεται σε μονόλογο;
Πολύ πιο δύσκολο από ότι είχα φανταστεί στην αρχή. Πώς να χωρέσεις έναν ολόκληρο κόσμο σε μία ώρα. Και χωρίς να χαθεί το νόημα, ο ειρμός, η ουσία και η συνολική αίσθηση του έργου. Σημαντική όμως και σωτήρια υπήρξε η συμβολή και συμβουλή της δραματουργού της παράστασης, της Έλλης Κήτα. 

5. Συνδέεται το θέμα του έργου με το σήμερα, με όσα βιώνουμε στο παρόν και πώς;
Σε ένα βίαιο και ωμό κόσμο, όπως αυτός που βιώνουμε σήμερα, κάθε ένας από μας μπορεί να γίνει μικρή Κασσάνδρα και να σταθεί αντιμέτωπος με το δικό του ή τους δικούς του λύκους. Ζούμε μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από σύγχυση και σκληρότητα. Χρειαζόμαστε κι εμείς να αρθρώσουμε λόγο, ακριβώς όπως η Κασσάνδρα. Να διαχωρίσουμε τα όρια, να τραβήξουμε τη γραμμή και να πάρουμε θέση – με σαφήνεια και καθαρότητα. Η Κασσάνδρα του έργου μας μιλά για τη σύγχυση και την έκφραση λόγου στο ατομικό επίπεδο, κι εμείς, όλοι μας και ο καθένας μας, τα εκφράζουμε και τα βιώνουμε στο συλλογικό.

Τετάρτη

Θεατρική παράσταση"Η Κασσάνδρα και ο Λύκος", έως τις 23 Δεκεμβρίου 2011, Θέατρο Φούρνος



«Η Κασσάνδρα και ο λύκος»
  της Μαργαρίτας Καραπάνου
    Θέατρο Φούρνος
Πέμπτη - Παρασκευή
έως τις 23 Δεκεμβρίου 2011
 


«Το λύκο λυπόμουνα συνήθως. Πώς θα καταπιεί τόσα γουρουνάκια μονομιάς;»

Γραμμένο σαν από παιδί, επεξεργασμένο όμως από μια από τις καλύτερες γυναίκες συγγραφείς της μεταπολεμικής Ελλάδας, το πρώτο μυθιστόρημα της Μαργαρίτας Καραπάνου «Η Κασσάνδρα και ο Λύκος» (1978) ανεβαίνει σε μορφή μονολόγου στο θέατρο, με την ηθοποιό Λήδα Μανιατάκου και ζωντανούς μουσικούς αυτοσχεδιασμούς από τις Εύη Κουρτίδου και Νατάσα Γιανναράκη, σε σκηνοθεσία της Γεωργίας Ανδρέου.

Η περιπέτεια της ενηλικίωσης μέσα από τα μάτια ενός μικρού παιδιού. Ενός όμως μικρού παιδιού όχι και τόσο αθώου… Μητέρα και κόρη, φαντασία και πραγματικότητα, βία και τρυφερότητα, αγάπη και τρόμος γίνονται ένα μέσα στο μυαλό της μικρής Κασσάνδρας.

Ένα ταξίδι στον εσωτερικό κόσμο ενός παιδιού, όπου οι απόηχοι της πραγματικότητας μας πληροφορούν για ένα περιβάλλον σκληρό, συγχητικό, γεμάτο απουσίες, με ελάχιστες χαραμάδες φωτός. Η Κασσάνδρα δεν θα παραιτηθεί - παλεύει απεγνωσμένα για να μπορέσει να βάλει μια στοιχειώδη τάξη και να συνδεθεί με τον κόσμο γύρω της.

«Νομίζω πως κανείς δεν έχει χειριστεί το θέμα της παιδικής ηλικίας όπως εσείς. Δεν έχει μιλήσει για την κρυφή σκληράδα, για το αόρατο αυτό μείγμα της φαντασίας και της πραγματικότητας, μ’ έναν τρόπο τόσο ανοιχτό και απροσδόκητο. Μου ήρθανε στο νου ο Proust, ο Jerzy Kosinski και ο Lewis Carroll… Εσείς, όμως, έχετε βρει εδώ μία αλήθεια που κανένας απ' αυτούς τους τρεις συγγραφείς δεν έπιασε. Περιμένω με ανυπομονησία το επόμενό σας βιβλίο».
Απόσπασμα από γράμμα του John Updike στην Μαργαρίτα Καραπάνου.


Η Κασσάνδρα και ο Λύκος, της Μαργαρίτας Καραπάνου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ  ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Σκηνοθεσία: Γεωργία Ανδρέου
Ερμηνεία: Λήδα Μανιατάκου
Μουσική σύνθεση: Εύη Κουρτίδου
Μουσική ερμηνεία: Νατάσα Γιανναράκη
                                  Εύη Κουρτίδου
Δραματουργική επεξεργασία: Έλλη Κήτα
Κοστούμια: Εδουάρδος Γεωργίου
Εικαστική επιμέλεια: Ευαγγελία Γούλα
Σχεδιασμός φώτων: Αποστόλης Τσατσάκος
Υπεύθυνος δημoσίων σχέσεων: Παναγιώτης Παπουτσής

INFO
Πρεμιέρα: 13 Οκτωβρίου
Τοποθεσία:  Θέατρο Φούρνος, Μαυρομιχάλη 168
Τηλέφωνο για κρατήσεις: 210 6460748
Μέρες παραστάσεων: Πέμπτη - Παρασκευή
Ώρα έναρξης: 9.15
Διάρκεια παράστασης: 1.10’
Τιμές εισιτηρίων: 15 & 12 (φοιτητικό)





Παρασκευή




"Εγώ ούτε σκιά δεν έχω. Εγώ δεν έχω τίποτα, είμαι ο μόνος που δεν έχω. Να, κοίτα, δεν έχω!" 


Έκλαιγε. Το δάχτυλο τεντωμένο πάνω στον άσπρο τοίχο, που ήταν άσπρος. Έιχε σκοτεινιάσει, ανάψαμε το φως. 
"Κασσάνδρα, έλα να ξαναδοκιμάσουμε". 


Ανέβηκε πάνω στο σκαμνί, πέρασε το σχοινί γύρω απ' το λαιμό του, κι εγώ τράβηξα ξανά απότομα το σκαμνί κάτω από τα πόδια του. Αυτή τη φορά ο Θείος Χαρίλαος άρχισε να πετάει μες στο δωμάτιο, κουνώντας και τα χέρια του για να πάρει φόρα. Τότε είδα τη σκιά του που πετούσε πάνω στον τοίχο και του έκανε παρέα. 
 "Θείε Χαρίλαε, κοίτα, κοίτα!"

Αλλά τα μάτια του είχαν γίνει άσπρα και σκέφτηκα πως ποτέ δεν είχα δει τόσο ωραία σκιά, χόρευε πάνω στον τοίχο, κι ο Θείος Χαρίλαος, τα χέρια τεντωμένα, προσπαθούσε να την πιάσει....